ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ

Σάββατο, 7 Απριλίου 2012

ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ 1






 



Από τον Στράτο Γεωργούλη

Μητέρα είσαι της ζωής,
τ ονομά σου εδω ζητάς,
μάνα γίνεσαι της γης,
στο χώμα της ν ακουμπάς.

Μαμά πρωτοψελίζουμε
στην ανοικτη αγκαλιά σου,
κι απο το κτύπο γνωρίζουμε,
τη ζεστή καρδιά σου.

Απο συμφερον δεν δίνεις,
έχεις ανάγκη...
τη προσφορά
και το αίμα σου χύνεις,
για να μας μαλακώσεις τη καρδιά.

Μάνα μητέρα μαμά,
πάντα εσυ μεγαλώνεις
εμας μας βλέπεις παιδιά
και απ΄αγαπη δεν τελειώνεις. 



 
Μανούλα

Έχω μια γλυκιά μανούλα που πολύ με αγαπά
Νύχτα μέρα με φροντίζει και για με καρδιοχτυπά
Σαν γλιστρήσω και χτυπήσω θε να τρέξω στο λεπτό
Στην αγκάλη της να πέσω με λαχτάρα και καημό.
Μ' ένα της γλυκό φιλάκι κάθε πόνος πάει μακριά
Κι είν' η πιο ζεστή φωλίτσα η γλυκιά της αγκαλιά.



 




Ήμουν μωρό, με τάιζες στο στόμα, ήμουν παιδί, μου τίναζες το χώμα…
Πήγα σχολειό, μου μάθαινες το ποίημα, στις διακοπές κυττούσαμε το κύμα
Για όλες τις φορές που σε χρειάστηκα, Για τότε που για μένα, μόνο, νοιάστηκα,
Μάνα σ’ευχαριστώ!


Στον πυρετό, πάνω στο προσκεφάλι, με τα φιλιά σου μου’διωχνες τη ζάλη

Κι’όταν κυλούσανε τα δάκρυά μου, η αγκαλιά σου ήταν η φωλιά μου...
Για όλες τις φορές που σε χρειάστηκα, Για τότε που για μένα, μόνο, νοιάστηκα,
Μάνα σ’ευχαριστώ!


Τις Κυριακές παιχνίδια ως το γεμα, στα γόνατα μου σκούπιζες το αίμα

Στη γειτονιά μ’έψαχνες το βραδάκι, όταν ξεχνιόμουν, τόσο δα παιδάκι...
Για όλες τις φορές που σε χρειάστηκα, Για τότε που για μένα, μόνο, νοιάστηκα,
Μάνα σ’ευχαριστώ!


Σαν ήρθαν έννοιες, βάσανα μεγάλα, μαζί, ξανά, τα λέγαμε στη σάλα

Σε κάθε ήττα ήσουν στο πλευρό μου, ψηλά κοιτώ, και κάνω το Σταυρό μου!
Για όλες τις φορές που σε χρειάστηκα, Για τότε που για μένα, μόνο, νοιάστηκα,
Μάνα σ’ευχαριστώ!




Έχω ένα δώρο
μόνο για τη μαμά μου
έχω ένα δώρο
μέσα στη καρδιά μου.
Χάδια, αγκαλίτσες και φιλάκια
δίνουν στη μαμά τους
όλα τα παιδάκια.



Ο αποχαιρετισμός της μάννας (Ιωάννης Πολέμης)
Μισεύεις για την ξενητιά και μένω μοναχή μου
σύρε παιδί μου στο καλό και σύρε στην ευχή μου.
Τριανταφυλλένια η στράτα σου, κρινοσπαρμένοι οι
δρόμοι,
για χάρη σου ν' ανθοβολούν και τα λιθάρια ακόμη.
Τα δάκρυά μου να γεννούν διαμάντια σ' ό,τι αγγίζεις
και το ποτήρι της χαράς ποτέ να μη στραγγίζεις.
Να πίνεις και να ξεδιψάς και να' ν' αυτό γεμάτο,
σα να 'ναι η βρύση από ψηλά κι εσύ να 'σαι
αποκάτω.
Εκεί, παιδί μου, που θα πας, στα μακρινά τα ξένα,
δίχτυα πολλά κι οξόβεργες θα στήσουνε για σένα.
Παιδί μου αν εμένανε πάψεις να με θυμάσαι,
με δίχως βαρυγγόμηση συχωρεμένος να 'σαι.
Κι αν πάλι το φτωχό καλύβι μας ντροπή σου φέρνει,
ωστόσο
Και πάλι θα 'μαι πρόθυμη, συχώρεση να δώσω.
Μ΄ αν την πατρίδα απαρνηθείς που τη λατρεύουμε
όλοι,
να 'ναι η ζωή σου όπου κι αν πας αγκάθια και
τριβόλοι.




Δυο τραγούδια, δυο φιλιά
Δυο τραγούδια, δυο φιλιά
τρέχω δίνω στη μαμά
και εκείνη μου γελά
και με κλείνει αγκαλιά

Αχ μανούλα μου καλή
πόσο σε αγαπώ πολύ
θέλω κάτι να σου πω
πως πολύ σε αγαπώ


Τραγούδι και παιχνίδι με τα δάχτυλα: Με το ένα το χεράκι  
Με το ένα το χεράκι (σηκώνουμε το δεξί μας χέρι –  είναι το παιδί – και κάνουμε τις ανάλογες κινήσεις)
μανούλα σε αγαπώ
πέντε δαχτυλάκια έχω να σου πω
ένα το μεγάλο
δυο το δειχτικό
τρία το μεσαίο
τέσσερα το παράμεσο
και πέντε το μικρό
Με αυτά τα δαχτυλάκια
μαζί και ανοιχτά
αρπάζω απ το ντουλάπι
μανούλα τα γλυκά
Κι εγώ αν θα σε πιάσω (σηκώνουμε το αριστερό χέρι – η μαμά – και όμοια κάνουμε τις ανάλογες κινήσεις)
να παίρνεις τα γλυκά
θα σε ξυλοφορτώσω
με  τόσες μοναχά


Μαργαρίτα μου μικρή
Μαργαρίτα μου μικρή συ του κήπου μου στολή
άκουσέ με να σου πω  πως πολύ σε αγαπώ
χτες το βράδυ η μαμά  απ τις τρέλες τις πολλές
μου πε πως δεν μ αγαπά  κι η καρδούλα μου χτυπά
μα αγαπά , δε μ αγαπά  μ αγαπά, δε μ αγαπά
κι η καρδούλα μου χτυπά κι η καρδούλα μου χτυπαά


H γνώμη μας για τη μητέρα μας!

Στην ηλικία των 4 ετών: Η μαμά μου ξέρει τα πάντα!

Στα 8 χρόνια μας: Η μαμά μου ξέρει πάρα πολλά!

στα 12: Μήπως ξέρει η μαμά;

στα 14: Η μαμά δεν ξέρει!

στα 16: H μαμά είναι άσχετη!

στα 18: Η μαμά είναι παλαιών αρχών!

στα 25: Ίσως η μαμά το ξέρει αυτό!

στα 35: Πριν αποφασίσουμε ας ρωτήσουμε τη μαμά!

στα 45: Αναρωτιέμαι ….τι θα έλεγε η μαμά γι’αυτό!

στα 75: Αχ!…. να ζούσε η μάνα μου να μπορούσα να την ρωτήσω!!



 
Η μητέρα του είχε μόνο ένα μάτι… Ντρεπόταν γι’ αυτήν κι ώρες ώρες την μισούσε.

Η δουλειά της ήταν μαγείρισσα στην φοιτητική λέσχη. Μαγείρευε για τους φοιτητές και τους καθηγητές για να βγάζει τα έξοδά τους… Δεν ήθελε να του μιλάει για να μην μαθαίνουν ότι είναι παιδί μιας μητέρας με… ένα μάτι. Οι φοιτήτριες έφευγαν γρήγορα, όποτε την έβλεπαν να βγαίνει για λίγο από την κουζίνα κι έλεγαν πως δεν άντεχαν το θέαμα και πως τους προκαλούσε μια ανυπόφορη ανατριχίλα…

Μα από μικρόs είχε πρόβλημα με την εικόνα της μητέρας του.

Μια μέρα όταν ακόμη πήγαινε στο δημοτικό, πέρασε η μητέρα του στο διάλειμμα να του πει ένα γεια. Ένοιωσε πολύ στενοχωρημένos. «Πως μπόρεσε να του το κάνει αυτό»;… αναρωτιόταν… Την αγνόησε, της έριξε μόνο ένα μισητό βλέμμα κι έτρεμε. Την επόμενη μέρα ένας από τους συμμαθητές του φώναξε: «Εεεε, η μητέρα σου έχει μόνο ένα μάτι!.. Ήθελε να πεθάνει. Ήθελε να εξαφανιστεί. Όταν γύρισε σπίτι, της είπε: «αν είναι όλοι να γελάνε μαζί μου εξαιτίας σου τότε καλύτερα να πεθάνεις!». Αυτή δεν του απάντησε…
«Δεν μ’ ένοιαζε τι είπα ή τι αισθάνθηκε, γιατί ήμουν πολύ νευριασμένος», έλεγε αργότερα σ’ ένα φίλο του. «Ήθελα να φύγω από εκείνο το σπίτι και να μην έχω καμία σχέση μαζί της. Έτσι διάβασα πάρα πολύ σκληρά με σκοπό να φύγω μια μέρα μακριά για σπουδές… και τα κατάφερα, μα ήλθε κι έπιασε αυτή τη δουλειά στη λέσχη για να με βοηθάει… Δεν μπορούσε να πάει κάπου αλλού;…».

Αργότερα παντρεύτηκε. Αγόρασε ένα δικό του σπίτι. Έκανε δικά του παιδιά κι ήταν ευχαριστημένος με τη ζωή του, τα παιδιά του, την γυναίκα του και τη δουλειά του!
Μια μέρα μετά από χρόνια απουσίας, όπως ο ίδιος της ζήτησε η μητέρα του πήγε να τον επισκεφτεί.

Δεν είχε δει ποτέ από κοντά τα εγγόνια της. Μόλις εμφανίστηκε στην πόρτα, τα παιδιά του άρχισαν να γελάνε, θύμωσε επειδή είχε πάει χωρίς να του το ζητήσει και χωρίς να τον προειδοποιήσει. Τότε της φώναξε: «πως τολμάς να έρχεσαι ξαφνικά στο σπίτι μου και να τρομάζεις τα παιδιά μου; Βγες έξω! Φύγε!». Η μητέρα του απάντησε γαλήνια: «Αα, πόσο λυπάμαι, κύριε! Μάλλον μου έδωσαν λάθος διεύθυνση» κι εξαφανίστηκε, χωρίς να καταλάβουν τα μικρά πως είναι γιαγιά τους…

Πέρασαν χρόνια και μια μέρα βρήκε στο γραμματοκιβώτιο του σπιτιού του μια επιστολή για τη σχολική συγκέντρωση της τάξης του από το δημοτικό σχολείο, που θα γινόταν στην πόλη πού γεννήθηκε… Είπε ψέματα στη γυναίκα του ότι θα έκανε ένα επαγγελματικό ταξίδι και πήγε. Όταν τελείωσε η συγκέντρωση των συμμαθητών, πήγε στο σπίτι που μεγάλωσε, μόνο από περιέργεια… Οι γείτονες, του είπαν ότι η μητέρα του είχε πεθάνει πρόσφατα. Δεν έβγαλε ούτε ένα δάκρυ. Του έδωσαν ένα γράμμα που είχε αφήσει γι’ αυτόν:

«Αγαπημένε μου γιέ, σέ σκέφτομαι συνέχεια. Λυπάμαι που ήρθα στο σπίτι σου και φόβισα τα παιδιά σου. Έμαθα ότι έρχεσαι για την σχολική συγκέντρωση κι ένοιωσα πολύ χαρούμενη. Αλλά φοβάμαι ότι μπορεί να μην είμαι σε θέση να σηκωθώ από το κρεβάτι για να έρθω να σε δω. Έγραψα αυτό το γράμμα να στο δώσουν αν δεν με προφτάσεις. Στεναχωριέμαι που σε έφερνα σε δύσκολη θέση και ντρεπόσουν για μένα όσο ήσουν μικρός. Βλέπεις… όταν ήσουν πολύ μικρός, είχες ένα σοβαρό ατύχημα κι έχασες το μάτι σου. Δεν θα μπορούσα να σε βλέπω να μεγαλώνεις με ένα μάτι. Έτσι σου έδωσα το δικό μου. Ήμουν τόσο υπερήφανη που ο γιος μου θα έβλεπε τον κόσμο με τη δική μου βοήθεια, με το δικό μου μάτι… Έχεις πάντα όλη την αγάπη μου».

Η μητέρα σου.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου